Definify.com
Definition 2025
Λουξεμβουργιανά
Λουξεμβουργιανά
See also: λουξεμβουργιανά
Greek
Noun
Λουξεμβουργιανά • (Louxemvourgianá) n pl
- Alternative form of λουξεμβουργιανά (louxemvourgianá)
Declension
Λουξεμβουργιανά
plural | |
---|---|
nominative | Λουξεμβουργιανά |
genitive | Λουξεμβουργιανών |
accusative | Λουξεμβουργιανά |
vocative | Λουξεμβουργιανά |
Related terms
- see: Λουξεμβούργο n (Louxemvoúrgo, “Luxembourg”)
λουξεμβουργιανά
λουξεμβουργιανά
See also: Λουξεμβουργιανά
Greek
Alternative forms
- Λουξεμβουργιανά n pl (Louxemvourgianá)
Noun
λουξεμβουργιανά • (louxemvourgianá) n pl
- Luxembourgish (the language of Luxembourg and its people)
Declension
λουξεμβουργιανά
plural | |
---|---|
nominative | λουξεμβουργιανά |
genitive | λουξεμβουργιανών |
accusative | λουξεμβουργιανά |
vocative | λουξεμβουργιανά |
Related terms
- see: Λουξεμβούργο n (Louxemvoúrgo, “Luxembourg”)
Synonyms
- λουξεμβουργιανή γλώσσα f (louxemvourgianí glóssa)
Adjective
λουξεμβουργιανά • (louxemvourgianá)
- Nominative, accusative and vocative neuter plural form of λουξεμβουργιανός (louxemvourgianós).
External links
-
Λουξεμβουργιανή γλώσσα on the Greek Wikipedia.Wikipedia el