Definify.com
Definition 2025
ματοβαμμένος
ματοβαμμένος
Greek
Adjective
ματοβαμμένος • (matovamménos) m (feminine ματοβαμμένη, neuter ματοβαμμένο)
- (colloquial) Alternative form of αιματοβαμμένος (aimatovamménos)
Declension
positive forms of ματοβαμμένος
number case / gender |
singular | plural | ||||
---|---|---|---|---|---|---|
masculine | feminine | neuter | masculine | feminine | neuter | |
nominative | ματοβαμμένος | ματοβαμμένη | ματοβαμμένο | ματοβαμμένοι | ματοβαμμένες | ματοβαμμένα |
genitive | ματοβαμμένου | ματοβαμμένης | ματοβαμμένου | ματοβαμμένων | ματοβαμμένων | ματοβαμμένων |
accusative | ματοβαμμένο | ματοβαμμένη | ματοβαμμένο | ματοβαμμένους | ματοβαμμένες | ματοβαμμένα |
vocative | ματοβαμμένε | ματοβαμμένη | ματοβαμμένο | ματοβαμμένοι | ματοβαμμένες | ματοβαμμένα |