Definify.com

Definition 2025


οδικός

οδικός

Greek

Adjective

οδικός (odikós) m (feminine οδική, neuter οδικό)

  1. road, of or on the road
    οδικός χάρτης (road map)
    οδικός φωτισμός (street lights)

Declension

Related terms