Definify.com
Definition 2025
οδικός
οδικός
Greek
Adjective
οδικός • (odikós) m (feminine οδική, neuter οδικό)
Declension
positive forms of οδικός
number case / gender |
singular | plural | ||||
---|---|---|---|---|---|---|
masculine | feminine | neuter | masculine | feminine | neuter | |
nominative | οδικός | οδική | οδικό | οδικοί | οδικές | οδικά |
genitive | οδικού | οδικής | οδικού | οδικών | οδικών | οδικών |
accusative | οδικό | οδική | οδικό | οδικούς | οδικές | οδικά |
vocative | οδικέ | οδική | οδικό | οδικοί | οδικές | οδικά |
Related terms
- οδικός χάρτης m (odikós chártis, “road map”)