Definify.com

Definition 2024


ίδιος

ίδιος

See also: ἴδιος

Greek

Adjective

ίδιος (ídios) m (feminine ίδια, neuter ίδιο)

  1. (for emphasis): own
    Την είδα με τα ίδια μου τα μάτια.Tin eída me ta ídia mou ta mátia. ― I saw her with my own eyes.
  2. (number, size, etc): identical
    Έχουν ίδια μέγεθος.Échoun ídia mégethos. ― They are the same size.
  3. (similarity): same, similar
    Έχουν τα ίδια χρώματα.Échoun ta ídia chrómata. ― They are the same colours.

Declension