Definify.com

Definition 2024


απαρχαιωμένα

απαρχαιωμένα

Greek

Adjective

απαρχαιωμένα (aparchaioména)

  1. Nominative neuter plural form of απαρχαιωμένος (aparchaioménos).
  2. Accusative neuter plural form of απαρχαιωμένος (aparchaioménos).
  3. Vocative neuter plural form of απαρχαιωμένος (aparchaioménos).