Definify.com

Definition 2024


ασιάτικος

ασιάτικος

See also: ασιατικός

Greek

Adjective

ασιάτικος (asiátikos) m (feminine ασιάτικη, neuter ασιάτικο)

  1. Alternative form of ασιατικός (asiatikós)

Declension