Definify.com

Definition 2024


βρίσκω

βρίσκω

Greek

Alternative forms

Verb

βρίσκω (vrísko) (simple past βρήκα, passive form βρίσκομαι)

  1. find, discover, locate
    Βρήκαμε το ξενοδοχείο μας.Vríkame to xenodocheío mas. ― We found our hotel.
    Βρήκα το Μήτσο κολλημένο στον υπολογιστή!Vríka to Mítso kolliméno ston ypologistí! ― I found Mitsos stuck on the computer!

Conjugation

Related terms

  • εύρηκα (évrika, eureka)
  • τα βρίσκω (ta vrísko)
  • τη βρίσκω (ti vrísko)