Definify.com

Definition 2024


χαρακτηριστικός

χαρακτηριστικός

Greek

Adjective

χαρακτηριστικός (charaktiristikós) m (feminine χαρακτηριστική, neuter χαρακτηριστικό)

  1. characteristic, typical

Declension

Related terms

  • χαρακτηριστική ομάδα f (charaktiristikí omáda, functional group)
  • τεχνικά χαρακτηριστικά f pl (techniká charaktiristiká, technical specifications)