Definify.com

Definition 2024


ενοχλητικός

ενοχλητικός

Greek

Adjective

ενοχλητικός (enochlitikós) m (feminine ενοχλητική, neuter ενοχλητικό)

  1. annoying, bothersome, irritating, pesky
    Αυτή είναι πολύ ενοχλητική γυναίκα.Aftí eínai polý enochlitikí gynaíka. ― She's a very annoying woman.
    Βγες έξω και διώξε αυτά τα ενοχλητικά παιδιά.Vges éxo kai dióxe aftá ta enochlitiká paidiá. ― Go out and get rid of those annoying kids.
    Τον πείραξαν οι προσωπικές και ενοχλητικές ερωτήσεις του δημοσιογράφου.Ton peíraxan oi prosopikés kai enochlitikés erotíseis tou dimosiográfou. ― The reporter's personal and bothersome questions annoyed him.

Declension

Derived terms

Related terms

Synonyms

  • (annoying): οχληρός (ochlirós), δυσάρεστος (dysárestos)