Definify.com

Definition 2024


στου

στου

Greek

Contraction

στου (stou)

  1. (rare, poetic) Contraction of σε του (se tou, to (of) the).
    Πήγαμε στου κυρίου Θανάση. (We went to Mr Thanassis's (house/restaurant/shop, etc))
    Στου κουφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα (Pound as much as you want on a deaf person's door. (There's none so deaf as those who won't hear).)

Usage notes

This contraction is somewhat rare and is only ever used poetically (and hence, lyrically) or in literature. Most times, the sentence order is merely changed around to make it sound less unusual:

Πήγαμε στου κυρίου Θανάση.     Πήγαμε στο σπίτι/μαγαζί/εστιατόριο του κυρίου Θανάση.
Στου κουφού την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα.     Όσο θέλεις βρόντα στην πόρτα του κουφού.

Related terms